ανιχνεύω

Μεταφράσεις

ανιχνεύω

detect, scout, trace, track (ani'xnevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ψάχνω για ίχνη ανιχνεύω μια ουσία
2. μεταφορικά κοιτάζω προσεκτικά ανιχνεύω το πρόσωπο κάποιου
3. ανακαλύπτω ανιχνεύω έναν ιό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close