Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.422.773 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανοίγω

0,01 sec.
ανοίγω open ouvrir aberto, abrir يفتح otevřít åbne öffnen abrir avata otvoriti aprire 開ける (...을) 열다 openen åpne otworzyć открывать öppna เปิด açmak mở 打开
ρ μετβ ανοίγω [a'niɣo]
1 δημιουργώ πέρασμα ouvrir
ανοίγω το παράθυρο ouvrir la fenêtre
ανοίγω δρόμο ouvrir un chemin
2 δημιουργώ τρύπα percercreuser
ανοίγω τρύπα στον τοίχο percer le mur
ανοίγω πηγάδι creuser un puits
3 για διπλά μέρη του σώματος ouvrirécarter
ανοίγω το στόματα μάτια ouvrir la bouche/les yeux
ανοίγω τα χέριατα πόδια écarter les bras/les jambes
4 ξετυλίγω déballer
ανοίγω ένα δώρο déballer un cadeau
5 ξεβουλώνω ouvrirdéboucher
ανοίγω μια μπύρα déboucher une bière
6 ξεσκεπάζω ouvrirdécouvrir
ανοίγω μια κατσαρόλα découvrir une casserole
7 για κλειστά αντικείμενα ouvrir
ανοίγω ένα κουτίένα συρτάρι ouvrir une boîte/un tiroir
ανοίγω το ψυγείο ouvrir le frigo
8 για αναγνώσματα ouvrir
ανοίγω το βιβλίοτην εφημερίδα ouvrir le livre/le journal
ανοίγω ένα γράμμαμια διαθήκη ouvrir une lettre/un testament
9 ξεκινάω mettre en routemettre en chantier
ανοίγω τη συζήτηση entamer la discussion
10 δημιουργώ construirebâtir
ανοίγω ένα μαγαζί ouvrir un magasin
11 ξεκινώ μηχανισμό, λειτουργία allumer
ανοίγω τον υπολογιστή allumer l'ordinateur
ανοίγω το φως allumer la lumière
12 βλέπω ouvrir
ανοίγω ένα αρχείο ouvrir un fichier
ανοίγω το δρόμο σε κπ
δίνω μια ευκαιρία ouvrir le chemin à qqn
ανοίγω την πόρτα μου σε κπ
δέχομαι κπ ouvrir sa porte à qqn
ρ αμετβ ανοίγω
1 δημιουργείται πέρασμα s'ouvrir
η πόρτα ανοίγει la porte s'ouvre
2 ξετυλίγομαι, ξεδιπλώνομαι se déployer
τα πανιά ανοίγουν les voiles se déploient
3 λειτουργώ fonctionner
τα μαγαζιά ανοίγουν les magasins ouvrent
4 σκίζομαι, ματώνω s'ouvrirsaigner
Το γόνατό μου άνοιξε. Je me suis ouvert le genou.
ανοίγει η μύτη μου saigner du nez
ρ μεσοπαθ ανοίγομαι [a'niɣome]
1 δείχνω εμπιστοσύνη s'ouvrir
ανοίγομαι σε κπ s'ouvrir à qqn
2 ενδιαφέρομαι se soucier
Τo σχολείο ανοίγεται στο ίντερνετ. L'école s'ouvre à Internet.
3 απομακρύνομαι από την ακτή s'éloigner
4 επενδύω επικίνδυνα investir
Ανοίχτηκε στις επενδύσεις και έχασε. Il a investi trop d'argent et il a perdu.
ανοίγομαι στo πέλαγος gagner le large


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.