| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.422.773 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανοίγω |
0,01 sec. |
|
ανοίγω open ouvrir aberto, abrir يفتح otevřít åbne öffnen abrir avata otvoriti aprire 開ける (...을) 열다 openen åpne otworzyć открывать öppna เปิด açmak mở 打开 ρ μετβ ανοίγω [a'niɣo] 2 δημιουργώ τρύπα percercreuser ανοίγω πηγάδι creuser un puits 3 για διπλά μέρη του σώματος ouvrirécarter ανοίγω το στόματα μάτια ouvrir la bouche/les yeux ανοίγω τα χέριατα πόδια écarter les bras/les jambes 8 για αναγνώσματα ouvrir ανοίγω το βιβλίοτην εφημερίδα ouvrir le livre/le journal ανοίγω ένα γράμμαμια διαθήκη ouvrir une lettre/un testament 9 ξεκινάω mettre en routemettre en chantier ανοίγω τη συζήτηση entamer la discussion 10 δημιουργώ construirebâtir ρ αμετβ ανοίγω 2 ξετυλίγομαι, ξεδιπλώνομαι se déployer 3 λειτουργώ fonctionner ρ μεσοπαθ ανοίγομαι [a'niɣome] 1 δείχνω εμπιστοσύνη s'ouvrir ανοίγομαι σε κπ s'ouvrir à qqn 2 ενδιαφέρομαι se soucier 3 απομακρύνομαι από την ακτή s'éloigner 4 επενδύω επικίνδυνα investir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|