ανοίγω

Μεταφράσεις

ανοίγω

(a'niɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δημιουργώ πέρασμα ανοίγω το παράθυρο ανοίγω δρόμο
δίνω μια ευκαιρία
δέχομαι κπ
2. δημιουργώ τρύπα ανοίγω τρύπα στον τοίχο ανοίγω πηγάδι
3. για διπλά μέρη του σώματος ανοίγω το στόματα μάτια ανοίγω τα χέριατα πόδια
4. ξετυλίγω ανοίγω ένα δώρο
5. ξεβουλώνω ανοίγω μια μπύρα
6. ξεσκεπάζω ανοίγω μια κατσαρόλα
7. για κλειστά αντικείμενα ανοίγω ένα κουτίένα συρτάρι ανοίγω το ψυγείο
8. για αναγνώσματα ανοίγω το βιβλίοτην εφημερίδα ανοίγω ένα γράμμαμια διαθήκη
9. ξεκινάω ανοίγω τη συζήτηση
10. δημιουργώ ανοίγω ένα μαγαζί
11. ξεκινώ μηχανισμό, λειτουργία ανοίγω τον υπολογιστή ανοίγω το φως
12. τεχνικός βλέπω ανοίγω ένα αρχείο

ανοίγω

openouvriraberto, abrirيَفْتَحُ, يُفْتَحُotevírat, otevřítåbneöffnenabriraueta, avataotvoriti, otvoriti seaprire開く, 開ける(...을) 열다openen, opengaanåpneotwierać, otworzyćоткрывать, открыватьсяöppnaเปิดaçılmak, açmakmở, mở cửa打开, 营业
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δημιουργείται πέρασμα η πόρτα ανοίγει
2. ξετυλίγομαι, ξεδιπλώνομαι τα πανιά ανοίγουν
3. λειτουργώ τα μαγαζιά ανοίγουν
4. σκίζομαι, ματώνω Το γόνατό μου άνοιξε. ανοίγει η μύτη μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close