ανοιγοκλείνω

Μεταφράσεις

ανοιγοκλείνω

(aniɣo'klino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ανοίγω και αμέσως κλείνω κτ ανοιγοκλείνω τα μάτια μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close