Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.890.773.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανοιχτόχρωμος

0,01 sec.
ανοιχτόχρωμος فَاتِح
ανοιχτόχρωμος světlý
ανοιχτόχρωμος lys
ανοιχτόχρωμος hell
ανοιχτόχρωμος fair
ανοιχτόχρωμος rubio
ανοιχτόχρωμος vaalea
ανοιχτόχρωμος clair
ανοιχτόχρωμος svijetao
ανοιχτόχρωμος chiaro
ανοιχτόχρωμος 色白の
ανοιχτόχρωμος 살결이 흰
ανοιχτόχρωμος lichtgekleurd
ανοιχτόχρωμος lys
ανοιχτόχρωμος jasny
ανοιχτόχρωμος claro
ανοιχτόχρωμος светлый
ανοιχτόχρωμος blond
ανοιχτόχρωμος สีอ่อน
ανοιχτόχρωμος açık renk
ανοιχτόχρωμος sáng màu
ανοιχτόχρωμος 白皙的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.