| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.776.284 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανορεξία |
0,01 sec. |
|
|
ανορεξία anorexia anorexie فقدان الشهية anorexie anoreksi Magersucht anorexia anoreksia anoreksija anoressia 拒食症 식욕 부진증 anorexia nervosa anoreksi anoreksja anorexia анорексия anorexi ภาวะไม่อยากหรือทานอาหารไม่ได้ anoreksi chứng biếng ăn 厌食 Анорексия 厭食 אנורקסיה
ουσ θ ανορεξία [anore'ksia] 1 έλλειψη διάθεσης για φαγητό manque d'appétit 2 παθολογική άρνηση για τροφή anorexie Η ανορεξία χτυπάει κυρίως τους εφήβους. L'anorexie frappe essentiellement les adolescents. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|