| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.031.210 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανορεξία |
0,01 sec. |
|
ανορεξία anorexia anorexie فقدان الشهية anorexie anoreksi Magersucht anorexia anoreksia anoreksija anoressia 拒食症 식욕 부진증 anorexia nervosa anoreksi anoreksja anorexia анорексия anorexi ภาวะไม่อยากหรือทานอาหารไม่ได้ anoreksi chứng biếng ăn 厌食 ουσ θ ανορεξία [anore'ksia] 1 έλλειψη διάθεσης για φαγητό manque d'appétit 2 παθολογική άρνηση για τροφή anorexie Η ανορεξία χτυπάει κυρίως τους εφήβους. L'anorexie frappe essentiellement les adolescents. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|