| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.524.218 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανοχή |
0,02 sec. |
|
ανοχή tolerance tolérance ουσ θ ανοχή [ano'çi] ανεκτικότητα tolérance δείχνω ανοχή faire preuve de tolérance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|