| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.778.246 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανοχή |
0,03 sec. |
|
|
ανοχή tolerance tolérance
ουσ θ ανοχή [ano'çi] ανεκτικότητα tolérance δείχνω ανοχή faire preuve de tolérance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|