ανούσιος

(προωθήθηκε από ανούσιο)
Μεταφράσεις

ανούσιος

(a'nusios) αρσενικό

ανούσια

(a'nusia) θηλυκό

ανούσιο

dull, insipidinsípido (a'nusio) ουδέτερο
χωρίς περιεχόμενο, καθόλου ενδιαφέρον ανούσιο έργο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close