αντάξιος

(προωθήθηκε από αντάξια)
Μεταφράσεις

αντάξιος

(a'ndaksios) αρσενικό

αντάξια

(a'daksia) θηλυκό

αντάξιο

dignewürdig值得值得waardighodný가치værdigworthyдостоенvärdig (a'daksio) ουδέτερο
επίθετο
τόσο καλός όσο και κπ άλλος Είναι αντάξιός της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close