| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.735.569 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντέχω |
0,03 sec. |
|
αντέχω endure, withstand, bear up aguantar, sobrellevar يَصْمُد zvládnout klare (sig) standhalten kestää tenir le coup podnositi resistere がんばる 견디다 goedhouden (zich) holde ut podtrzymać aguentar, agüentar подбадривать hålla ut ยังแข็งแรง dayanmak chống đỡ 支持 ρ μετβ αντέχω [a'ndexo] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|