αντέχω

Μεταφράσεις

αντέχω

(a'ndexo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υπομένω Δεν αντέχω τον πόνο. Δεν αντέχω να μου μιλάς έτσι. αντέχω το χειμώνα

αντέχω

endure, withstand, bear upaguantar, sobrellevarيَتَشَجَّعُzvládnoutklare (sig)standhaltenkestäätenir le couppodnositiresistereがんばる견디다goedhouden (zich)holde utpodtrzymaćaguentarбодритьсяhålla modet uppeยังเข้มแข็งdayanmakchống đỡ挺得住
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
υπομένω αντέχω στην πείνα
δεν έχω άλλες δυνάμεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close