| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.217.179 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντίγραφο |
0,02 sec. |
|
αντίγραφο copy, replica, transcript copie, transcription سجل مدرسي, نسْخ kopie, opis afskrift, kopi Abschrift, Exemplar copia, transcripción kopio, puhtaaksi kirjoitettu asiakirja transkript, umnožavanje copia, trascrizione 写し, 複製 사본 afschrift, reproductie kopi kopia cópia, transcrição копия avskrift, kopia ใบรับรองผลการศึกษา, ทำสำเนา belge, taklit bản chép lại, bản sao 复制, 抄本 ουσ ουδ αντίγραφο [a'ndiɣrafo] 1 φωτοτυπία photocopie ακριβές αντίγραφο une copie conforme 2 απομίμηση έργου copiereproduction αντίγραφο πίνακα une copie d'un tableau/une reproduction Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|