αντίδραση

Μεταφράσεις

αντίδραση

reactionreagoréactionتَفَاعُلreakcereaktionReaktionreacciónreaktioreakcijareazione反応반응reactiereaksjonreakcjareaçãoреакцияreaktionปฏิกิริยาtepkisự phản ứng反应реакция反應 (a'ndiðrasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σχόλια ή συμπεριφορά ως απάντηση σε κτ προκαλώ αντιδράσεις θετική αρνητική αντίδραση απρόβλεπτη αντίδραση
2. άρνηση, αντίσταση κάνω κτ από αντίδραση
3. χημεία αποτέλεσμα ένωσης στοιχείων χημική αντίδραση
4. φυσική μετατροπή ατόμων πυρηνική αντίδραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close