Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.415.808 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αντίδραση

0,03 sec.
αντίδραση reaction reago réaction تَفَاعٌل reakce reaktion Reaktion reacción reaktio reakcija reazione 反応 반응 reactie reaksjon reakcja reação, reacção реакция reaktion ปฏิกิริยา tepki sự phản ứng 反应
ουσ θ αντίδραση [a'ndiðrasi]
1 σχόλια ή συμπεριφορά ως απάντηση σε κτ réaction
προκαλώ αντιδράσεις provoquer des réactions
θετικήαρνητική αντίδραση une réaction positive/négative
απρόβλεπτη αντίδραση une réaction imprévue
2 άρνηση, αντίσταση réaction
κάνω κτ από αντίδραση faire qqch en réaction/par réaction contre
3 αποτέλεσμα ένωσης στοιχείων réaction
χημική αντίδραση une réaction chimique
4 μετατροπή ατόμων réaction
πυρηνική αντίδραση une réaction nucléaire


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.