| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.796.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αντίληψη |
0,01 sec. |
|
|
αντίληψη perception, understanding, concept, notion, outlook مطل názor livssyn Ausblick punto de vista, percepción elämänasenne vision izgled prospettiva 見通し 전망 uitkijkpost ståsted pogląd perspectiva, percepção мировоззрение utsikt ทัศนคติ yaşama bakış quan điểm 前景 възприятие תפיסה
ουσ θ αντίληψη [a'ndilipsi] 1 αίσθηση perception η αντίληψη του χώρου la perception de l'espace 2 γνώμη conseil νέα αντίληψη του σύμπαντος une nouvelle conception de l'univers 3 εξυπνάδα esprit Είναι περιορισμένης αντίληψης. Il est d'une intelligence limitée. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|