αντίπαλος

(προωθήθηκε από αντίπαλη)
Μεταφράσεις

αντίπαλος

(a'ndipalos) αρσενικό

αντίπαλη

(a'ndipali) θηλυκό

αντίπαλο

(a'ndipalo) ουδέτερο
επίθετο
1. που ανταγωνίζεται κπ η αντίπαλη ομάδα
2. εχθρικός ο αντίπαλος στρατός

αντίπαλος

adversary, opponent, rivalrivaloadversaire, rival, opposantпротивник, оппонентخَصّمٌ, خَصْمprotivníkmodstanderGegneradversariovastustajaprotivnikavversario敵対者대항자, 적수tegenstandermotstanderprzeciwnikadversáriomotståndareคู่ต่อสู้, ฝ่ายตรงข้ามkarşıt, rakipđối thủ对手, 敌手 αρσενικό-θηλυκό
ουσιαστικό
ανταγωνιστής
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close