| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.485.936 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντίπαλος |
0,02 sec. |
|
αντίπαλος adversary, opponent, rival rivalo adversaire, rival, opposant противник, оппонент خَصْم, خِصم protivník modstander Gegner adversario vastustaja protivnik avversario 敵対者 대항자, 적수 tegenstander motstander przeciwnik adversário motståndare คู่ต่อสู้, ฝ่ายตรงข้าม karşıt, rakip đối thủ 对手, 敌手 επίθ α / θ / ουδ αντίπαλος, αντίπαλη, αντίπαλο [a'ndipalos, a'ndipali, a'ndipalo] 1 που ανταγωνίζεται κπ adversairerival/-ale η αντίπαλη ομάδα l'équipe adverse ουσ α/θ αντίπαλος ανταγωνιστής adversaire; rival; rivale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|