| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.806.002 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αντίσταση |
0,02 sec. |
|
|
αντίσταση Widerstand resistance, resistor rezistanco, rezisto résistance مقاومة rezistence modstand resistencia vastustus otpor resistenza 抵抗 저항 weerstand motstand opór resistência сопротивление motstånd การต่อต้าน direnme sự chống cự 抵抗 съпротивление התנגדות
ουσ θ αντίσταση [a'ndistasi] 1 αντίδραση, εναντίωση résistance προβάλλω αντίσταση opposer de la résistance υποχωρώ χωρίς αντίσταση céder sans résistance 2 αντοχή résistance η αντίσταση υλικών la résistance des matériaux 3 που παράγει ενέργεια résistance ηλεκτρική αντίσταση la résistance électrique αλλάζω την αντίσταση ηλεκτρικής συσκευής changer la résistance d'un appareil électrique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|