| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.323.433 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντίσταση |
0,02 sec. |
|
αντίσταση Widerstand resistance, resistor rezistanco, rezisto résistance مقاومة rezistence modstand resistencia vastustus otpor resistenza 抵抗 저항 weerstand motstand opór resistência сопротивление motstånd การต่อต้าน direnme sự chống cự 抵抗 ουσ θ αντίσταση [a'ndistasi] 1 αντίδραση, εναντίωση résistance προβάλλω αντίσταση opposer de la résistance υποχωρώ χωρίς αντίσταση céder sans résistance 2 αντοχή résistance η αντίσταση υλικών la résistance des matériaux 3 που παράγει ενέργεια résistance ηλεκτρική αντίσταση la résistance électrique αλλάζω την αντίσταση ηλεκτρικής συσκευής changer la résistance d'un appareil électrique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|