Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.323.433 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αντίσταση

0,02 sec.
αντίσταση Widerstand resistance, resistor rezistanco, rezisto résistance مقاومة rezistence modstand resistencia vastustus otpor resistenza 抵抗 저항 weerstand motstand opór resistência сопротивление motstånd การต่อต้าน direnme sự chống cự 抵抗
ουσ θ αντίσταση [a'ndistasi]
1 αντίδραση, εναντίωση résistance
προβάλλω αντίσταση opposer de la résistance
υποχωρώ χωρίς αντίσταση céder sans résistance
2 αντοχή résistance
η αντίσταση υλικών la résistance des matériaux
3 που παράγει ενέργεια résistance
ηλεκτρική αντίσταση la résistance électrique
αλλάζω την αντίσταση ηλεκτρικής συσκευής changer la résistance d'un appareil électrique


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.