| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.953.751 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανταγωνίζομαι |
0,01 sec. |
|
ανταγωνίζομαι يُعادي znepřátelit (si) støde fra sig verärgern (jemanden) antagonize contrariar suututtaa antagoniser izazvati neprijateljstvo inimicarsi 敵にまわす 적개심을 일으키다 tegen zich in het harnas jagen motarbeide sprzeciwić się antagonizar порождать антагонизм stöta bort ทำให้กลายเป็นศัตรู düşmanlığını kazanmak gây thù địch 敌对 ρ μεσοπαθ ανταγωνίζομαι [andaɣo'nizome] προσπαθώ να ξεπεράσω κπ entrer en concurrencerivaliser ανταγωνίζομαι κπ entrer en concurrence avec/rivaliser avec/concurrencer qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|