| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.982.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανταγωνισμός |
0,03 sec. |
|
ανταγωνισμός competition, antagonism, rivalry concurrence, concours منافسة soupeření konkurrence Wettbewerb competencia, competición kilpailu natjecanje gara 競争 경쟁 competitie konkurranse konkurencja competição соревнование tävling การแข่งขัน yarışma sự cạnh tranh 竞争 ουσ α ανταγωνισμός [andaɣoni'zmos] αγώνας μεταξύ αντιπάλων concurrence; rivalité βρίσκομαι σε ανταγωνισμό με κπ être en concurrence avec qqn αθέμιτος ανταγωνισμός une concurrence illicite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|