Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.324.906 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανταγωνιστικός
(προωθήθηκε από ανταγωνιστικό)

0,02 sec.
ανταγωνιστικός competitive, rival تنافسى, منافس konkurenceschopný, konkurenční konkurrence-, rivaliserende konkurrierend, wetteifernd competitivo, rival kilpaileva, kilpailuhenkinen compétitif, rival prodoran, suparnički concorrenziale, rivale 競争する, 競争的な 경쟁의, 경쟁하는 concurrerend, rivaliserend konkurransedyktig, konkurrerende konkurencyjny, rywalizujący competitivo, rival конкурентоспособный, соперничающий konkurrenskraftig, rivaliserande ที่เกี่ยวกับการแข่งขัน, ที่เป็นคู่แข่งกัน rakip, rekabete açık cạnh tranh, mang tính cạnh tranh 对手的, 竞争的
επίθ θ / ουδ ανταγωνιστικός, ανταγωνιστική, ανταγωνιστικό [andaɣonisti'kos, andaɣonisti'ci, andaɣonisti'ko]
1 σχετικός με τον ανταγωνισμό compétitif/-iveconcurrentiel/-ielle
ανταγωνιστικό κλίμα un climat de compétition
2 ισάξιος égal
ανταγωνιστικά προϊόντα des produits concurrentiels


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.