| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.999.379 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανταμείβω |
0,02 sec. |
|
ανταμείβω repay ρ μετβ ανταμείβω [anda'mivo] επιβραβεύω récompenser ανταμείβω κπ για τις προσπάθειές του récompenser qqn pour ses efforts ρ μεσοπαθ ανταμείβομαι [anda'mivome] être récompensé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|