| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.226.242 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντανακλαστικός |
0,03 sec. |
|
αντανακλαστικός επίθ α / θ / ουδ αντανακλαστικός, αντανακλαστική, αντανακλαστικό [andanaklasti'kos, andanaklasti'ci, andanaklasti'ko] που κάνει αντανάκλαση réfléchissant/-ante αντανακλαστικό φως une lumière réfléchissante αντανακλαστική κίνηση αυτόματη κίνηση réflexe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|