αντανακλαστικός

Μεταφράσεις

αντανακλαστικός

(andanaklasti'kos) αρσενικό

αντανακλαστική

(andanaklasti'ci) θηλυκό

αντανακλαστικό

reflexivoreflexivo (andanaklasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που κάνει αντανάκλαση αντανακλαστικό φως
2. αυτόματη κίνηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close