Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.485.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αντιγράφω

0,02 sec.
αντιγράφω copiar, imitar imitieren, kopieren copy, emulate, fake, imitate, mimic imitar, copiar jäljitellä, kopioida copier copiare, imitare afdrukken, kopiëren, nabootsen copiar, imitar, transcrever copia kopiera ينسخ zkopírovat kopiere umnožavati 複製する 복사하다 kopiere skopiować копировать ถ่ายสำเนา kopyalamak sao chép 复制
ρ μετβ αντιγράφω [andi'ɣrafo]
1 γράφω πιστά αυτό που διαβάζω copier
αντιγράφω ένα κείμενο copier un texte
2 μιμούμαι copier
αντιγράφω τις κινήσεις κάποιου copier les mouvements de qqn
ρ αμετβ αντιγράφω
κλέβω σε διαγώνισμα copier
αντιγράφω από το διπλανό μου copier sur son voisin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.