αντιγράφω

Μεταφράσεις

αντιγράφω

(andi'ɣrafo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. γράφω πιστά αυτό που διαβάζω αντιγράφω ένα κείμενο
2. μιμούμαι αντιγράφω τις κινήσεις κάποιου

αντιγράφω

copiar, imitarimitieren, kopierencopy, emulate, fake, imitate, mimicimitar, copiarjäljitellä, kopioidacopiercopiare, imitarekopiëren, afdrukken, nabootsencopiar, imitar, transcrevercopiakopieraيَنْسَخُkopírovatkopiereumnožavati複製する복사하다kopiereskopiowaćкопироватьถ่ายสำเนาkopyalamaksao chép复制
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κλέβω σε διαγώνισμα αντιγράφω από το διπλανό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close