αντιδράω

Μεταφράσεις

αντιδράω

(andi'ðrao)

αντιδρώ

(andi'ðro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. διαμαρτύρομαι αντιδράω βίαια αντιδράω σε μια παράδοση
2. εκδηλώνω πάθηση Το δέρμα μου αντιδράει στις ακτίνες του ήλιου.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close