| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.719.199 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντικείμενο |
0,02 sec. |
|
αντικείμενο Objekt, Stück object, subject, item objekto objet, élément بَنْد položka genstand artículo nimike predmet articolo 項目 항목 item element pozycja item пункт sak สิ่งของในรายการ madde khoản 项目 ουσ ουδ αντικείμενο [andi'cimeno] 1 πράγμα objet ογκώδες αντικείμενο un objet encombrant 4 το αντικείμενο του ρήματος complément d'objet άμεσοέμμεσο αντικείμενο complément d'objet direct/indirect Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|