| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.892.951.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αντικλείδι |
0,01 sec. |
|
|
αντικλείδι
ουσ ουδ αντικλείδι [andi'kliði] κλειδί που ανοίγει διαφορετικές πόρτες clé passe-partoutfausse clé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|