αντικρίζω

Μεταφράσεις

αντικρίζω

begegnenface, confront (andi'krizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βρίσκομαι μπροστά Αντίκρισα για πρώτη φορά τη θάλασσα.
2. αντιμετωπίζω αντικρίζω την πραγματικότητα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close