αντικρουόμενος

(προωθήθηκε από αντικρουόμενο)
Μεταφράσεις

αντικρουόμενος

(andikru'omenos) αρσενικό

αντικρουόμενη

(andikru'omeni) θηλυκό

αντικρουόμενο

(andikru'omeno) ουδέτερο
επίθετο
που είναι αντίθετος με κτ άλλο αντικρουόμενα επιχειρήματα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close