| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.230.829 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντικρούω |
0,06 sec. |
|
αντικρούω rebut, refute, contradict يناقض odporovat modsige widersprechen contradecir väittää vastaan contredire proturiječiti contraddire 反駁する 반박하다 tegenspreken motsi zaprzeczyć contradizer противоречить motsäga ขัดแย้ง çelişmek mâu thuẫn 抵触 ρ μετβ αντικρούω [andi'kruo] αντιμετωπίζω, καταρρίπτω contredireréfuter αντικρούω ένα μάρτυρα contredire un témoin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|