αντιληπτός

(προωθήθηκε από αντιληπτό)
Μεταφράσεις

αντιληπτός

(andili'ptos) αρσενικό

αντιληπτή

(adili'pti) θηλυκό

αντιληπτό

(adili'pto) ουδέτερο
επίθετο
1. κατανοητός Έγινα αντιληπτή;
2. αισθητός H παρουσία του γίνεται αντιληπτή.
3. που δεν περνάει απαρατήρητος Έφυγε χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close