| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.892.962.671 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αντιληπτός |
0,01 sec. |
|
|
αντιληπτός
επίθ α / θ / ουδ αντιληπτός, αντιληπτή, αντιληπτό [andili'ptos, adili'pti, adili'pto] 1 κατανοητός clair, clairecompréhensible Έγινα αντιληπτή; Est-ce que je suis claire? 2 αισθητός perceptible H παρουσία του γίνεται αντιληπτή. Sa présence devient perceptible. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|