| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.084.389 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντιμετωπίζω |
0,07 sec. |
|
αντιμετωπίζω confront, deal, face, tackle affronter, faire face, confronter يواجه čelit čemu stå over for gegenüberstehen enfrentarse kohdata suočiti se affrontare ・・・に向かう 직면하다 onder ogen zien stå overfor stanąć wobec encarar быть обращенным möta เผชิญหน้า bakmak đối mặt 面对 ρ μετβ αντιμετωπίζω [andimeto'pizo] 1 προσπαθώ να βρω λύση faire face àaffronter 2 φέρομαι σε κπ traiter αντιμετωπίζω κπ με υπεροψία traiter qqn avec arrogance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|