| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.734.350 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντιπαθητικός |
0,01 sec. |
|
αντιπαθητικός antipathique, méchant, odieux repulsive, nasty, obnoxious بغيض, كريه nepříjemný, odporný modbydelig, nederdrægtig abscheulich, scheußlich desagradable, detestable paha, vastenmielinen gadan, odbojan sgradevole 嫌な, 気にさわる 고약한, 불쾌한 aanstootgevend, gemeen avskyelig, utrivelig przykry, złośliwy antipático, desagradável несносный, противный elak, outhärdlig น่ารังเกียจ berbat, iğrenç kinh tởm, rất khó chịu 不愉快的, 污秽的 επίθ α / θ / ουδ αντιπαθητικός, αντιπαθητική, αντιπαθητικό [andipaθiti'kos, andipaθiti'ki, andipaθiti'ko] δυσάρεστος mauvais/-aise αντιπαθητικός τύπος un type antipathique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|