Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.215.217 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αντισηπτικό

0,03 sec.
αντισηπτικό antiseptic
αντισηπτικό مُطهر
αντισηπτικό antiseptikum
αντισηπτικό antiseptisk middel
αντισηπτικό Antiseptikum
αντισηπτικό antiséptico
αντισηπτικό antiseptinen aine
αντισηπτικό antiseptique
αντισηπτικό antiseptik
αντισηπτικό antisettico
αντισηπτικό 殺菌剤
αντισηπτικό 소독제
αντισηπτικό ontsmettingsmiddel
αντισηπτικό desinfeksjonsmiddel
αντισηπτικό środek antyseptyczny
αντισηπτικό anti-séptico
αντισηπτικό антисептик
αντισηπτικό antiseptiskt medel
αντισηπτικό ยาฆ่าเชื้อโรค
αντισηπτικό antiseptik
αντισηπτικό chất khử trùng
αντισηπτικό 防腐剂


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.