| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.703.202 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντιστέκομαι |
0,02 sec. |
|
αντιστέκομαι defy, resist, something يُقاوِم postavit (se) proti modstå widerstehen resistir vastustaa résister opirati se resistere 抵抗する 저항하다 weerstaan motstå oprzeć się resistir сопротивляться göra motstånd ต่อต้าน direnmek chống lại 抵抗 ρ μεσοπαθ αντιστέκομαι [andi'stekome] 1 αρνούμαι με επιμονή, αμύνομαι résistertenir tête αντιστέκομαι στην καταπίεση résister à l'oppression 2 αντέχω supporter αντιστέκομαι στον πειρασμό résister à la tentation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|