αντιστέκομαι

Μεταφράσεις

αντιστέκομαι

resist, defy, somethingيُقاوِمُbránit semodståwiderstehenresistirvastustaarésisteropirati seresistere抵抗する저항하다weerstaanmotståoprzeć sięresistirсопротивлятьсяgöra motståndต่อต้านdirenmekchống lại抵抗 (andi'stekome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αρνούμαι με επιμονή, αμύνομαι αντιστέκομαι στην καταπίεση Προσπάθησε να αντισταθεί στους αστυνομικούς.
2. μεταφορικά αντέχω αντιστέκομαι στον πειρασμό
3. μεταφορικά πάω εναντίoν αντιστέκομαι στο ρεύμαστη μόδα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close