| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.906.784 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντλώ |
0,01 sec. |
|
αντλώ pomper, puiser derive, pump يَضُخ pumpovat pumpe pumpen bombear pumpata pumpati pompare ポンプで注入する 펌프로 퍼올리다 pompen pumpe napompować bombear работать насосом pumpa สูบ pompalamak bơm 泵吸 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|