| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.045.457 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αντοχή |
0,04 sec. |
|
αντοχή endurance fortitude, resistance, tolerance ουσ θ αντοχή [ando'çi] ανθεκτικότητα résistance; endurance αγώνες αντοχής courses d'endurance έχω φυσική αντοχή avoir une bonne résistance physique η αντοχή υλικών la résistance des matériaux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|