αντρόγυνο

Μεταφράσεις

αντρόγυνο

(and'roʝino)

ανδρόγυνο

(an'ðroʝino)
ουσιαστικό ουδέτερο
ζευγάρι νέο αντρόγυνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close