| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.464.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανυπάκουος |
0,01 sec. |
|
ανυπάκουος désobéissant عاصي neposlušný ulydig ungehorsam disobedient desobediente tottelematon neposlušan disubbidiente 不従順な 순종치 않는 ongehoorzaam ulydig nieposłuszny desobediente непокорный olydig ซึ่งไม่เชื่อฟัง asi không vâng lời 不服从的 επίθ α / θ / ουδ ανυπάκουος, ανυπάκουη, ανυπάκουο [ani'pakuos, ani'pakui, ani'pakuo] που δεν υπακούει désobéissant/-ante ανυπάκουο παιδί un enfant désobéissant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|