ανυπεράσπιστος

(προωθήθηκε από ανυπεράσπιστο)
Μεταφράσεις

ανυπεράσπιστος

(anipe'raspistos) αρσενικό

ανυπεράσπιστη

(anipe'raspisti) θηλυκό

ανυπεράσπιστο

defenseless, undefended, defencelessindéfendable (anipe'raspisto) ουδέτερο
επίθετο
αβοήθητος ανυπεράσπιστο ζώο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close