| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.002.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανυπεράσπιστος |
0,03 sec. |
|
|
ανυπεράσπιστος defenseless, undefended, defenceless indéfendable
επίθ α / θ / ουδ ανυπεράσπιστος, ανυπεράσπιστη, ανυπεράσπιστο [anipe'raspistos, anipe'raspisti, anipe'raspisto] αβοήθητος sans défensedélaissé/-ée ανυπεράσπιστο ζώο un pauvre animal sans défense Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|