| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.157.423 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανυπεράσπιστος |
0,02 sec. |
|
ανυπεράσπιστος defenseless, undefended, defenceless indéfendable επίθ α / θ / ουδ ανυπεράσπιστος, ανυπεράσπιστη, ανυπεράσπιστο [anipe'raspistos, anipe'raspisti, anipe'raspisto] αβοήθητος sans défensedélaissé/-ée ανυπεράσπιστο ζώο un pauvre animal sans défense Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|