| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.251.485 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανυπομονησία |
0,04 sec. |
|
ανυπομονησία impatience نفاذ الصبر netrpělivost utålmodighed Ungeduld impaciencia kärsimättömyys impatience nestrpljenje impazienza 短気 성급함 ongeduldigheid utålmodighet zniecierpliwienie impaciência нетерпение otålighet ความไม่อดทน sabırsızlık sự thiếu kiên nhẫn 急躁 ουσ θ ανυπομονησία [anipomoni'sia] έλλειψη υπομονής impatience με πιάνει ανυπομονησία brûler d'impatience περιμένω κτ με ανυπομονησία attendre qqch avec impatience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|