| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.003.457 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανυπομονησία |
0,01 sec. |
|
|
ανυπομονησία impatience نفاذ الصبر netrpělivost utålmodighed Ungeduld impaciencia kärsimättömyys impatience nestrpljenje impazienza 短気 성급함 ongeduldigheid utålmodighet zniecierpliwienie impaciência нетерпение otålighet ความไม่อดทน sabırsızlık sự thiếu kiên nhẫn 急躁, 不耐烦 不耐煩 חוסר סבלנות
ουσ θ ανυπομονησία [anipomoni'sia] έλλειψη υπομονής impatience με πιάνει ανυπομονησία brûler d'impatience περιμένω κτ με ανυπομονησία attendre qqch avec impatience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|