| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.004.307 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανυπομονώ |
0,01 sec. |
|
|
ανυπομονώ وإنني أتطلع Oczekuję I look forward Těším se Jeg ser frem Odotan
ρ αμετβ ανυπομονώ [anipomo'no] περιμένω κτ πάρα πολύ être impatient/-ientes'impatienter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|