ανυπόμονος

(προωθήθηκε από ανυπόμονη)
Μεταφράσεις

ανυπόμονος

(ani'pomonos) αρσενικό

ανυπόμονη

(ani'pomoni) θηλυκό

ανυπόμονο

impatient, restlessimpatientنَافِذُ الصَّبْرُnetrpělivýutålmodigungeduldigimpacientekärsimätönnestrpljivimpazienteいらいらしている성급한ongeduldigutålmodigniecierpliwyimpacienteнетерпеливыйotåligไม่อดทนsabırsızthiếu kiên nhẫn不耐烦的 (ani'pomono) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς υπομονή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close