| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.723.684 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανυπόμονος |
0,01 sec. |
|
ανυπόμονος impatient, restless impatient غير صبور netrpělivý utålmodig ungeduldig impaciente kärsimätön nestrpljiv impaziente いらいらしている 성급한 ongeduldig utålmodig niecierpliwy impaciente нетерпеливый otålig ไม่อดทน sabırsız thiếu kiên nhẫn 不耐烦的 επίθ α / θ / ουδ ανυπόμονος, ανυπόμονη, ανυπόμονο [ani'pomonos, ani'pomoni, ani'pomono] χωρίς υπομονή impatient/-iente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|