ανυπότακτος

Μεταφράσεις

ανυπότακτος

(ani'potaktos) αρσενικό

ανυπότακτη

(ani'potakti) θηλυκό

ανυπότακτο

(ani'potakto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν υποκύπτει ανυπότακτη χώρα
2. που αρνείται να κάνει τη στρατιωτική του θητεία ανυπότακτοs στρατιώτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close