| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.416.601 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανυπόφορος |
0,03 sec. |
|
ανυπόφορος infernal intolerable, unbearable επίθ α / θ / ουδ ανυπόφορος, ανυπόφορη, ανυπόφορο [ani'poforos, ani'pofori, ani'poforo] που δεν αντέχεται insupportableinsoutenable ανυπόφορος πόνος une douleur insupportable ανυπόφορο θέαμα un spectacle insoutenable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|