ανυψώνω

Μεταφράσεις

ανυψώνω

elevate, boost, liftيَرْفَعُ, يُعْزِزposílit, zvednoutforbedre, løfteankurbeln, hochhebenestimular, levantarnostaa, vahvistaarevigorer, souleverpodići, poticatiaumentare, sollevare持ち上げる, 高める...을 올리다, 끌어올리다optillen, stimulerenforsterke, løftepodnieść się, podwyższyćaumentar, levantarподнимать, стимулироватьhjälpa upp, lyftaยกขึ้น, ส่งเสริมkaldırmak, yüreklendirmekđẩy mạnh, nâng lên举起, 增加 (ani'psono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
σηκώνω ανυψώνω ένα φορτίο ανυψώνω τη σημαία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close