| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.017.075 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανυψώνω |
0,03 sec. |
|
|
ανυψώνω elevate, boost, lift يَرفَع, يُعزِز posílit, zvednout forbedre, løfte ankurbeln, hochheben estimular, levantar nostaa, vahvistaa revigorer, soulever podići, poticati aumentare, sollevare 持ち上げる, 高める ...을 올리다, 끌어올리다 optillen, stimuleren forsterke, løfte podnieść się, podwyższyć aumentar, levantar поднимать lyfta, skryta ยกขึ้น, ส่งเสริม kaldırmak, yüreklendirmek đẩy mạnh, nâng lên 举起, 增加
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|