| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.986.004 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανωμαλία |
0,02 sec. |
|
ανωμαλία anomaly, irregularity ουσ θ ανωμαλία [anoma'lia] 1 αναστάτωση, βλάβη irrégularitéanomalie αναπνευστική ανωμαλία une anomalie respiratoire 2 ακανόνιστη μορφή irrégularité 3 σεξουαλικά αφύσικη συμπεριφορά perversion; déviance η σεξουαλική ανωμαλία la perversion sexuelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|