| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.018.567 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανωτερότητα |
0,01 sec. |
|
|
ανωτερότητα superiority superioridad Überlegenheit superiorità supériorité превосходство superioriteit superioridade التفوق превъзходство 优势 優勢 nadřazenost overlegenhed עליונות överlägsenhet
ουσ θ ανωτερότητα [anote'rotita] 1 υπεροχή menerêtre en tête κοινωνική ανωτερότητα la supériorité sociale αίσθημα ανωτερότητας un sentiment/un complexe de supériorité 2 αξιοπρέπεια grandeur d'âme; élévation δείχνω ανωτερότητα faire preuve de grandeur d'âme ανωτερότητα συναισθημάτων l'élévation des sentiments Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|