ανόητος

(προωθήθηκε από ανόητη)
Μεταφράσεις

ανόητος

(a'noitos) αρσενικό

ανόητη

(a'noiti) θηλυκό

ανόητο

silly, foolish, fool, nonsensical, senselessidiot, imbécileглупый, дуракDumstupidoغبيestúpidoטיפשГлупавDum (a'noito) ουδέτερο
επίθετο
άμυαλος, κουτός ανόητος άνθρωπος ανόητες σκέψεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close